Ο Τραμπ ψάχνει έξοδο διαφυγής από τον πόλεμο που ο ίδιος προκάλεσε – Πανικός για τις κάλπες του Νοεμβρίου
Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να εξαπολύσει στρατιωτική επίθεση κατά του Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου, βασισμένη σε αμφίβολες υποσχέσεις και παραπλανητικές εκτιμήσεις του Μπενιαμίν Νετανιάχου, αποδεικνύεται ένα από τα μεγαλύτερα στρατηγικά αδιέξοδα της σύγχρονης αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Ο Αμερικανός πρόεδρος, κινούμενος με τη γνωστή επιπολαιότητα και τον παρορμητισμό που τον διακρίνει, υπέθεσε αυθαίρετα ότι οι βομβαρδισμοί θα οδηγούσαν αυτόματα στην κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος. Οι ίδιες οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών τον είχαν προειδοποιήσει για το αντίθετο, επιβεβαιώνοντας ότι η ιστορική αντοχή και η εθνική κυριαρχία του Ιράν δεν κάμπτονται με εκβιαστικά τελεσίγραφα.
Παρά τις συνεχείς, αντιφατικές και συχνά παιδιάστικες δηλώσεις του —από το «είναι η μοναδική σας ευκαιρία» μέχρι το «ποτέ δεν ενδιαφέρθηκα για αλλαγή καθεστώτος»— ο Τραμπ αδυνατεί να κατανοήσει τη σύνθετη πραγματικότητα της Μέσης Ανατολής. Η προσπάθειά του να επιβάλει οικονομική ασφυξία στην Τεχεράνη δεν δείχνει τη δύναμη της Ουάσιγκτον, αλλά την απουσία σαφούς διέξοδου. Το Ιράν, παρά τις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες και τις παράνομες δυτικές κυρώσεις, συνεχίζει να επιδεικνύει αξιοσημείωτα αντανακλαστικά επιβίωσης, καταγράφοντας μάλιστα σημαντικά έσοδα από τις πετρελαϊκές του συναλλαγές και διατηρώντας τον έλεγχο σε κομβικά περάσματα όπως τα Στενά του Ορμούζ.
Το πλέον αποκαλυπτικό στοιχείο της κυβερνητικής γύμνιας στην Ουάσιγκτον είναι ο τρόπος με τον οποίο η ομάδα Τραμπ διαχειρίζεται τον πόλεμο ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. Όταν οι σύμβουλοι του Λευκού Οίκου ομολογούν κυνικά ότι «ο Νοέμβριος αποτελεί προτεραιότητα» και προσπαθούν να κρατήσουν τη σύγκρουση «στα χαμηλά» προκειμένου να γλιτώσουν την εκλογική συντριβή των Ρεπουμπλικανών, αποδεικνύουν απερίφραστα ότι η διεθνής σταθερότητα και οι ανθρώπινες ζωές θυσιάζονται στον βωμό των κομματικών συσχετισμών στο Κογκρέσο.
Αυτή η εσωτερική κατάρρευση της αμερικανικής στρατηγικής αποτυπώνεται ανάγλυφα στο διοικητικό χάος στο Πεντάγωνο, όπου οι δημόσιες καταγγελίες Ρεπουμπλικανών γερουσιαστών κατά του υπουργού Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ για ανικανότητα και εμμονή σε «πολιτισμικούς πολέμους» απογυμνώνουν την ηγετική ανεπάρκεια της διοίκησης Τραμπ. Την ίδια στιγμή, παρατηρείται παταγώδης αποτυχία στη ναυσιπλοΐα, καθώς παρά τις κομπαστικές αναρτήσεις του Αμερικανού προέδρου περί «πλήρους ελέγχου» των Στενών του Ορμούζ, η εμπορική κίνηση παραμένει ολοκληρωτικά καθηλωμένη, διαψεύδοντας στην πράξη τα κυβερνητικά αφηγήματα.
Απέναντι σε αυτή την τακτική, η αξιοπρέπεια της Τεχεράνης καθιστά σαφές ότι το Ιράν δεν εκβιάζεται με απειλές και ότι οποιαδήποτε βιώσιμη λύση προϋποθέτει τον απόλυτο σεβασμό των κυριαρχικών του δικαιωμάτων και τον άμεσο τερματισμό της αμερικανικής επιθετικότητας. Σε τελική ανάλυση, ο Ντόναλντ Τραμπ εγκλώβισε τις ΗΠΑ σε έναν αδικαιολόγητο πόλεμο που ούτε να κερδίσει μπορεί, ούτε να τερματίσει ξέρει, αποδεικνύοντας ότι η εξωτερική του πολιτική καθοδηγείται αποκλειστικά από προσωπικές εμμονές και πρόσκαιρους τακτικισμούς.