Η αθώωση από κάθε κατηγορία όλων των εμπλεκόμενων στην υπόθεση Novartis ήταν ο ανομολόγητος πόθος του σκληρού πυρήνα του «γαλάζιου» Επιτελικού Κράτους

Η  μέχρι προ ολίγου καιρού προστατευόμενη μάρτυρας με το κωδικό όνομα «Αικατερίνη Κελέση» –κατά κόσμον Μαρία Μαραγγέλη–, η οποία ενώ συνήθως απουσίαζε από τη διαδικασία το πρωί της περασμένης Δευτέρας πέρασε την πύλη των δικαστηρίων της πρώην σχολής Ευελπίδων και ζήτησε να απολογηθεί.

 Για κακή της τύχη, όμως, στην έδρα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου υπήρχε μία εισαγγελέας που δεν περιορίστηκε στο να γκρεμίσει το υπερασπιστικό αφήγημα της κουκουλοφόρου μάρτυρα ζητώντας να κηρυχθεί ένοχη (σ.σ. μαζί με τον Φιλίστορα Δεστεμπασίδη), αλλά αποδόμησε συθέμελα και τον νομικό χειρισμό της υπόθεσης Novartis εκ μέρους της πρώην επικεφαλής της Εισαγγελίας Διαφθοράς Ελένης Τουλουπάκη και των επίκουρων εισαγγελέων Διαφθοράς, Χρήστου Ντζούρα και Στέλιου Μανώλη. «Ούτε ένα αποδεικτικό για χρηματισμό πολιτικών» 


Όπως προαναφέρθηκε, η εισαγγελέας του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου της Αθήνας όπου διεξάγεται η δίκη της Novartis δεν μάσησε τα λόγια της. Ζήτησε την καταδίκη των κατηγορουμένων, επισημαίνοντας ότι «φέρουν ευθύνη, όχι όμως τη συνολική, για τη δολοφονία χαρακτήρων πολιτικών προσώπων», δείχνοντας με σαφήνεια ότι πίσω από τις επίμαχες καταθέσεις υπήρξε ένα ευρύτερο πλέγμα πράξεων, παραλείψεων και αξιοποιήσεων που υπερέβη τα όρια της ποινικής διαδικασίας.
 Στον πυρήνα της αγόρευσης της εισαγγελικής λειτουργού βρέθηκε η πλήρης απουσία αποδεικτικών στοιχείων. Η εισαγγελέας υπήρξε κατηγορηματική. «Δεν υπάρχει ούτε ένα αποδεικτικό μέσο που να επιβεβαιώνει όσα κατατέθηκαν», τόνισε, εκφράζοντας εύλογο προβληματισμό για το γεγονός ότι, παρά τους ισχυρισμούς περί μεθοδεύσεων και πληρωμών, δεν προσκομίστηκε ούτε ένα στοιχείο. Ειδικά ως προς τη Μαρία Μαραγγέλη, αναρωτήθηκε πώς είναι δυνατόν να επικαλείται εμπιστοσύνη και άμεση γνώση, χωρίς καμία έγγραφη ή άλλη τεκμηρίωση. 
«Οι καταθέσεις που αξιοποιήθηκαν στις ΗΠΑ δεν έχουν καμία σχέση με εκείνες που δόθηκαν στην ελληνική Δικαιοσύνη», σημείωσε, προσθέτοντας ότι οι κατηγορούμενοι όφειλαν να γνωρίζουν αυτή τη διαφορά. «Δεν μπορείς να πηγαίνεις ελαφρά τη καρδία και να καταθέτεις συμπεράσματα ως γεγονότα», τόνισε χαρακτηριστικά. Όσο για τον Φ. Δεστεμπασίδη, η εισαγγελέας ήταν ακόμη πιο αιχμηρή εξηγώντας ότι ο μάρτυρας κατέθεσε υπολογισμούς «με το μυαλό του» για υποτιθέμενα ποσά που έλαβαν πολιτικά πρόσωπα. «Αυτό δεν συνιστά ομολογία ψευδούς κατάθεσης;» διερωτήθηκε η εισαγγελέας για να εκστομίσει στη συνέχεια τη φράση που συμπυκνώνει σε λίγες λέξεις την έννοια της σκευωρίας: «Σε καμία χώρα δεν θα μπορούσε να στηριχθεί δίωξη με αυτά τα αποδεικτικά μέσα». 
Η ευθεία αιχμή κατευθύνεται βεβαίως στην τότε εισαγγελέα Διαφθοράς, Ελένη Τουλουπάκη. Βεβαίως η κυρία Τουλουπάκη μπορεί να ισχυριστεί ότι η πρότασή της ενεκρίθη από τον ανώτερό της εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κ. Παπαγεωργίου, άρα η ευθύνη ανήκει στον τελευταίο υπογράφοντα. Με ποια, όμως, πραγματικά γεγονότα στήριξε τη δίωξη είναι ερώτημα που θα την καταδιώκει πάντοτε… 
Ευθείες βολές σε εισαγγελείς και ΜΜΕ Επειδή, τελικά, στην Ελλάδα συνέβη αυτό που δεν θα συνέβαινε σε άλλη χώρα η εισαγγελέας του δικαστηρίου που δικάζει τους δύο πρώην προστατευόμενους μάρτυρες άφησε σαφείς αιχμές για τον τρόπο που χειρίστηκαν τη δικογραφία οι εισαγγελείς Διαφθοράς, αλλά και για μερίδα των μέσων ενημέρωσης που, όπως είπε, έσπευσαν να «καταδικάσουν» με πηχυαίους τίτλους. 
Μίλησε, ειδικότερα, για έναν περίεργο τρόπο λήψης καταθέσεων, για πίεση προς τη Δικαιοσύνη να επισπεύσει, αλλά κυρίως για όσους «εκμεταλλεύτηκαν» τις μαρτυρίες και έσπευσαν να παρουσιάσουν την υπόθεση ως τετελεσμένο σκάνδαλο. «Εδώ η δικαστική έρευνα έμεινε πίσω και η δημοσιοποίηση πολύ μπροστά», είπε με νόημα, καταλήγοντας ότι από τη συγκεκριμένη υπόθεση επλήγη σοβαρά το κύρος και η αξιοπιστία της ίδιας της Δικαιοσύνης. 
Το χαστούκι που έριξε την περασμένη Δευτέρα η Δικαιοσύνη στη… «Δικαιοσύνη» της κυρίας Τουλουπάκη και των συν αυτώ επίκουρων εισαγγελέων ξαναφέρνει στον αφρό της δημόσιας συζήτησης τις περασμένες αλλά όχι ξεχασμένες πρακτικές δράσης της εισαγγελικής λειτουργού στη σκευωρία της Novartis. Θυμίζεται ότι η Ελένη Τουλουπάκη ήταν εκείνη που «έχρισε» μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος στην Ελλάδα τον Φιλ. Δεστεμπασίδη και την Μ. Μαραγγέλη. Ως εκ τούτου η λογική –και η ηθική– επιτάσσει πως εφόσον αποδειχτεί ότι οι δύο κουκουλοφόροι μάρτυρες είχαν επιβραβευτεί οικονομικά από τις αμερικανικές αρχές, τότε η Χανιώτισσα από την Κίσσαμο θα πρέπει να ελεγχθεί γιατί τους έθεσε παράτυπα σε καθεστώς προστασίας. Αυτό, όμως, δεν πρόκειται να συμβεί.

 Ο λόγος; Ότι το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο έκρινε το 2023 αθώα την Ελ. Τουλουπάκη με το νομικό σκεπτικό ότι δεν μπορεί να διωχθεί για την κρίση ή την εκτίμηση που διατύπωσε κατά την άσκηση των καθηκόντων της, επομένως η καθυστέρηση ή η μη διαβίβαση στη Βουλή αναφορών βουλευτών του ΚΙΝΑΛ κατά δύο υπουργών επί ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ για τιμολογήσεις φαρμάκων δεν συνιστούσε την κακουργηματική πράξη της κατάχρησης εξουσίας. 
Αυτά που, ωστόσο, δεν μπορούν να κρυφτούν πίσω από το γενικόλογο επιχείρημα περί «ανέλεγκτου κρίσης του δικαστή» είναι: 

  •  Γιατί η κυρία Τουλουπάκη δεν ήρε την προστασία των κουκουλοφόρων μαρτύρων όταν αρχειοθέτησε τις δικογραφίες για τα 10 πολιτικά πρόσωπα που όπως αποδείχτηκε συκοφαντήθηκαν από τα ψεύδη της Μαραγγέλη και του Δεστεμπασίδη;
  •  Γιατί δεν τους ξεκουκούλωσαν ούτε οι δικαστές του Δικαστικού Συμβουλίου που προσυπέγραψαν το απαλλακτικό βούλευμα που «ενταφίασε» αμετάκλητα τη σκευωρία Novartis; 


Η απάντηση δεν θέλει πολύ σκέψη διότι είναι ηλίου φαεινότερη: 
Η αθώωση από κάθε κατηγορία όλων των εμπλεκόμενων –κουκουλοφόρων και μη– στην υπόθεση Novartis ήταν ο ανομολόγητος πόθος του σκληρού πυρήνα του «γαλάζιου» Επιτελικού Κράτους, ο οποίος πραγματώθηκε χάρη στις… κρίσεις «εκλεκτών νεκροθαφτών» του Μεγάρου της Ηρώδου Αττικού.