Η σκευωρία Novartis στο μικροσκόπιο ... τίποτε μα απολύτως τίποτε... δεν έγινε κατα λάθος

Ολοκληρώνεται σε δεύτερο βαθμό η δίκη για τη σκευωρία της Novartis, όπου αναμένεται η δικαιοσύνη να δώσει οριστικό τέλος σε ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικά σκάνδαλα της μεταπολίτευσης.


Ο συνήγορος του πρώην Πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, Δημήτρης Γιάννος, συνόψισε τα επιχειρήματα του πρώην Πρωθυπουργού αναδεικνύοντας όλες τις αντιφάσεις των κατηγορουμένων τονίζοντας την πολιτική διάσταση της υπόθεσης.

Καθώς συνεχίζεται να ξετυλίγεται η υπόθεση Novartis, το βασικό αφήγημα των κατηγορουμένων – ότι δηλαδή δεν είχαν δόλο και δεν γνώριζαν πως οι καταθέσεις τους θα οδηγούσαν σε δίωξη πολιτικών προσώπων–  καταρρέει απέναντι στα στοιχεία.

Στην απολογία του ο Δεστεμπασίδης παραδέχεται ότι είχε δύο άτυπες συναντήσεις με εισαγγελείς τον Δεκέμβριο του 2016 και τον Ιανουάριο του 2017, δηλαδή περίπου έναν χρόνο πριν από τις κρίσιμες καταθέσεις. Επιπλέον, δηλώνει ότι όταν κατέθεσε θεωρούσε δεδομένο πως η δικογραφία θα διαβιβαστεί αμελλητί στη Βουλή, για τη συγκρότηση προανακριτικής επιτροπής.

Η παραδοχή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς δείχνει ότι γνώριζε πλήρως τις θεσμικές και πολιτικές συνέπειες των πράξεών του, ενώ παράλληλα, σύμφωνα με στοιχεία της δικογραφίας, υπήρχε και ρητή προειδοποίηση από τον Ντζούρας για το τι θα ακολουθούσε.

Δύσκολα, υπό αυτές τις συνθήκες, μπορεί να υποστηριχθεί άγνοια ή έλλειψη πρόθεσης.


Αντιφάσεις, χρήματα και αρνήσεις

Σοβαρά ερωτήματα προκύπτουν και από τις καταθέσεις της Μαραγγέλη. Η ίδια υποστηρίζει ότι, όταν κατέθετε, δεν γνώριζε τίποτα για χρήματα και ότι μετέβη στις ΗΠΑ αρκετά αργότερα, στα μέσα του 2018. Ωστόσο, τα έγγραφα αποδεικνύουν ότι είχε καταθέσει ήδη από το 2017, ενώ όταν κλήθηκε από την εισαγγελέα Διαφθοράς, ήταν γνωστή η ταυτότητά της.

Η Μαραγγέλη αναφέρει ότι τα χρήματα της γνωστοποιήθηκαν το 2023, όμως σύμφωνα με έγγραφα, τα είχε ζητήσει η ίδια ήδη από το 2022. Επιπλέον, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι διαθέτει χρήματα ή τραπεζικό λογαριασμό στο εξωτερικό, απάντηση που έρχεται σε αντίθεση με τα στοιχεία της υπόθεσης.


Ο ρόλος της Ελένης Τουλουπάκη

Κομβικό ρόλο στην υπόθεση έχει και η πρώην εισαγγελέας Διαφθοράς, Ελένη Τουλουπάκη. Ο Δεστεμπασίδης έχει καταθέσει ότι την είχε ενημερώσει ήδη από το 2016 για τα καθήκοντά του ως Διευθυντής Επικοινωνίας και Crisis Management.

Παράλληλα, προκύπτει ότι η Τουλουπάκη γνώριζε το έγγραφο των αμερικανικών αρχών της 18/1/2017, στο οποίο ο Δεστεμπασίδης δεν εμφανίζεται απλώς ως εμπλεκόμενος, αλλά ως συμμέτοχος σε δωροδοκίες. Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με την κατάθεσή του, τον διαβεβαίωσε ότι δεν έχει εμπλοκή και τον παρότρυνε να ενταχθεί στο καθεστώς μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος.


Η πολιτική διάσταση της υπόθεσης

Την ίδια στιγμή, Παππάς και Ντούρας υποστηρίζουν ότι στις αρχές του 2017 δεν πρόκυπτε τίποτα σε βάρος πολιτικών προσώπων. Το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί, τότε, πραγματοποιήθηκε η σύσκεψη της 11ης Ιανουαρίου 2017 και γιατί η δημόσια δήλωση του Δημήτρη Παπαγγελόπουλου την επόμενη ημέρα μοιάζει εντυπωσιακά με εκείνη της 5ης Φεβρουαρίου 2018.


Ιδιαίτερο βάρος αποκτά και η παραδοχή του πρώην πρωθυπουργού, Αλέξη Τσίπρα στο βιβλίο του, όπου ουσιαστικά περιγράφεται μια προσχηματική προανακριτική διαδικασία, χωρίς ουσιαστική διερεύνηση, με στόχο τη συνολική διαβίβαση της υπόθεσης.

Η σημερινή παραδοχή του συνηγόρου του Δεστεμπασίδη τεκμηριώνει την πολιτική διάσταση της υπόθεσης. «Η επιστροφή της δικογραφίας στην Τουλουπακη βασίστηκε σε ένα τέχνασμα (στην άποψη δηλαδή περί αδικημάτων επ’ αφορμής της άσκησης των καθηκόντων) αφού αποκλειστικά αρμόδια βάση του συντάγματος ήταν η Βουλή. Η Τουλουπακη όφειλε να στείλει ξανά πίσω την δικογραφία στη Βουλή, γιατί δεν είχε αρμοδιότητα», ανέφερε ο συνήγορος του Δεστεμπασίδη.

Τα στοιχεία που έρχονται στο φως δείχνουν ότι, στην υπόθεση Novartis, κρίσιμες αποφάσεις ελήφθησαν με πλήρη γνώση των συνεπειών και με σαφές πολιτικό αποτύπωμα.

Στην υπόθεση Novartis, όσο κι αν αλλάζουν οι εκδοχές, ένα στοιχείο παραμένει σταθερό: τίποτα από όλα αυτά δεν έγινε «κατά λάθος»…