Σκευωρία NOVARTIS : Ένα ανεξερεύνητο έγκλημα , του οποίου την εξιχνίαση δεν τόλμησε η Κυβερνηση

Η καταδίκη σε δεύτερο βαθμό των «κουκουλοφόρων» μαρτύρων Μαραγγέλη και Δεστεμπασίδη κλείνει μεν τυπικά την υπόθεση Novartis ως προς τους φυσικούς αυτουργούς της σκευωρίας σε βάρος δέκα πολιτικών προσωπικοτήτων της τότε αντιπολίτευσης, αφήνει όμως ορθάνοιχτη την πόρτα για την αναζήτηση των ηθικών αυτουργών. 

Η ουσία είναι ότι ποτέ η πολιτεία δεν τιμώρησε τους περίπου 4.500 γιατρούς, ούτε και υπολόγισε ποτέ επίσης το ύψος της ζημιάς που υπέστη ο κρατικός κορβανάς από τη δράση τους. Είναι το πρώτο και σοβαρότερο λάθος που έγινε σε αυτή την υπόθεση. Και υπάρχουν ευθύνες, ασφαλώς και πολιτικές, ως προς αυτό. Ο υπολογισμός της ζημιάς μοιραία θα έφερνε τη Novartis αντιμέτωπη με πρόστιμα και αποζημιώσεις ανάλογες με αυτές που κλήθηκε να πληρώσει στις Ηνωμένες Πολιτείες – πάνω από 350 εκατομμύρια δολάρια.



Γιατί το Ελληνικό Δημόσιο παρέλειψε αυτή την υποχρέωση; Ουδείς γνωρίζει, και ουδέποτε έχει δοθεί μια ξεκάθαρη απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα.

Οχι μόνο από την παρούσα κυβέρνηση, αλλά και από εκείνη του ΣΥΡΙΖΑ. Κι αν μεν ο ΣΥΡΙΖΑ «δικαιολογείται» τρόπον τινά, διότι είχε προτεραιοποιήσει την εξόντωση των πολιτικών του αντιπάλων και μέσω αυτής τη διαιώνιση της παραμονής του στην εξουσία, για την κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν υπάρχει δικαιολογία. Υπάρχει μόνο η παράλειψη. Σκόπιμη ή όχι, είναι υπόλογη!

Η καταδίκη στο Εφετείο των δύο «μαρτύρων» δημοσίου συμφέροντος απέδειξε ότι είχαν οικονομικό κίνητρο, τα εκατομμύρια της αμοιβής που έλαβαν. Το παραδέχτηκαν οι ίδιοι, το διαπίστωσαν οι έρευνες, αλλά έμεινε στην αθέατη πλευρά του φεγγαριού το πώς οι άνθρωποι αυτοί δέχτηκαν να παίξουν ένα τόσο μεγάλο πολιτικό παιχνίδι. Οπως η προσπάθεια της κυβέρνησης των Τσίπρα – Καμμένου να διαλύσει την αντιπολίτευση, και μέσω αυτής της διάλυσης να παραταθεί επ’ αόριστον η παραμονή τους στην εξουσία.

Δεν εξακριβώθηκε δηλαδή ποτέ, και ούτε αποκαλύφθηκε από τη διαδικασία ενώπιον δύο δικαστηρίων, το πώς συνδέθηκαν αυτοί οι δύο με το υπουργείο Δικαιοσύνης και τον παρακρατικό μηχανισμό που συντηρούσε το Μέγαρο Μαξίμου στη Δικαιοσύνη. Δεν έχουν δοθεί ξεκάθαρες απαντήσεις. 

Στην προσπάθεια αυτή καταπατήθηκαν θεμελιώδεις αξίες, όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα, το τεκμήριο της αθωότητας, το δικαίωμα της υπεράσπισης του εαυτού σου, η αλήθεια, το δίκιο, οι συνταγματικές ελευθερίες. Το δυστύχημα είναι ότι οι βαριά ένοχοι για αυτές τις παραβάσεις κυκλοφορούν ανάμεσά μας, ανέγγιχτοι, στο όνομα μιας ανεκτικότητας η οποία αγγίζει τα όρια του σκανδάλου και δημιουργεί υπόνοιες ανομολόγητης συναλλαγής. 

Οι πρωταγωνιστές της σκευωρίας, όπως ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης Παπαγγελόπουλος, απαλλαγμένος ουσιαστικά από το Ειδικό Δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε με σαθρό, αποστεωμένο κατηγορητήριο είναι ελεύθερος. Οι δικαστικοί λειτουργοί που διεκπεραίωσαν τη σκευωρία, κι αυτοί απαλλαγμένοι από κάθε κατηγορία, συνεχίζουν την καριέρα τους στο δικαστικό σώμα.

Και τι απέμεινε τελικά από αυτή την ιστορία; Η καταδίκη των δυο τελευταίων τροχών της αμάξης. Γιατί το Ελληνικό Δημόσιο παρέλειψε την υποχρέωση να βρει και να τιμωρήσει όλους τους σκευωρούς; Ουδείς γνωρίζει, και ουδέποτε έχει δοθεί μια ξεκάθαρη απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα.

Δυστυχώς για την παρούσα κυβέρνηση,  δεν υπάρχει δικαιολογία. Υπάρχει μόνο η παράλειψη. Σκόπιμη ή όχι, είναι υπόλογη!