Επειδή το ένα βέτο φέρνει το άλλο .... γιατί η ελληνική κυβέρνηση δεν στυλώνει τα πόδια όταν πρόκειται για σοβαρότερα εθνικά ζητήματα ?
Ακούγοντας την είδηση ότι η Ελλάδα άσκησε βέτο στην Κομισιόν για το νέο πακέτο κυρώσεων κατά της Ρωσίας –το 21ο από τον Φεβρουάριο του 2022– και κατάφερε να εξασφαλίσει δωδεκάμηνη παράταση μεταφοράς ρωσικού LNG προς πελάτες εκτός Ε.Ε., θα περίμενε κάποιος ότι οι επιτελάρχες της κυβέρνηση θα έχουν σηκωθεί από καρέκλες, κρεβάτια και μπαουλοντίβανα και θα πανηγυρίζουν στα ΜΜΕ για την εθνική διπλωματική επιτυχία.
Όποιος, όμως, αναζητήσει επίσημες δηλώσεις κυβερνητικών παραγόντων που να αναφέρονται στο θέμα, δεν θα βρει ούτε… φωνήεν! Παράξενο κι όμως αληθινό, αλλά ρωτώντας –και διαβάζοντας– πας στην Πόλη που έλεγαν κι οι παππούδες μας.
Και τι διαβάσαμε; Ένα ευγενικό «ξεφωνητό» στο Euronews, υπογεγραμμένο από τον senior reporter του δικτύου Χόρχε Λιμπορέιρο, στο οποίο υποστηρίζεται ότι το αίτημα της Αθήνας να της επιτραπεί η κατ’ εξαίρεση συνέχιση της μεταφορά ρωσικού LNG προς αγορές εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και μετά τον Ιανουάριο του 2027, υποστηρίχθηκε από την εταιρεία μεταφοράς LNG, Dynagas, που ανήκει στον Έλληνα δισεκατομμυριούχο Γιώργο Προκοπίου.
Σύμφωνα, πάντα, με το ρεπορτάζ του Euronews, η Dynagas και θυγατρική της έχουν ναυλώσει 11 πλοία, μεταξύ των οποίων 7 παγοθραυστικά ενισχυμένου τύπου για επιχειρήσεις στη μεγαλύτερη εγκατάσταση φυσικού αερίου της Ρωσίας που βρίσκεται στο λιμάνι Σαμπέτα της χερσονήσου Γιαμάλ στη βορειοδυτική Σιβηρία, εντός του Αρκτικού Κύκλου.
Η ελληνική κυβέρνηση και η Dynagas υποστήριξαν ότι η απαγόρευση των μεταφορών θα έπληττε τη ναυτιλιακή βιομηχανία της Ευρώπης, θα κατέστρεφε θέσεις εργασίας, θα ενίσχυε ανταγωνιστές εκτός Ευρώπης και, τελικά, δεν θα αποδυνάμωνε τα οικονομικά μέσα με τα οποία η Μόσχα χρηματοδοτεί τον πόλεμο.
O Λιμπορέιρο αποκαλύπτει στο ρεπορτάζ του ότι στο άκουσμα του ελληνικού βέτο οι εκπρόσωποι των υπολοίπων κρατών μελών δυσφόρησαν έντονα στην προσπάθεια επανεξέτασης ενός κειμένου που αποτελεί ήδη ευρωπαϊκό δίκαιο και εξέφρασαν φόβους ότι η αποδοχή του ελληνικού αιτήματος θα δημιουργούσε επικίνδυνο προηγούμενο.
Κατά το κοινώς λεγόμενο, πέρασε τελικά το δικό μας, αλλά οι κακίες γλώσσες αναρωτιούνται διπλά:
- Η ελληνική κυβέρνηση σκέφτηκε τα εθνικά συμφέροντα ή ποίησε την ανάγκη φιλοτιμία και πίεσε τις Βρυξέλλες για να ικανοποιήσει τα συμφέροντα ενός εφοπλιστή;
- Γιατί η ελληνική κυβέρνηση δεν στυλώνει τα πόδια όταν πρόκειται για σοβαρότερα εθνικά ζητήματα όπως το casus belli, o τουρκικός αναθεωρητισμός και το Κυπριακό, αφήνοντας το δόγμα του κατευνασμού να καταπίνει το βέτο;
Όποιος απαντήσει, κερδίζει χρυσούν ωρολόγιον…