Μετακλητοί, ρουσφέτια και προεκλογικό παζάρι για τις "γαλάζιες ακρίδες"
Οι υπουργικές αυλές έχουν αρχίσει να αποκτούν ιδιαίτερη πολιτική σημασία ενόψει της κάλπης. Και αναρωτιέμαι εάν ορισμένοι εκεί στη Νέα Δημοκρατία έχουν αποφασίσει να αξιοποιήσουν μέχρι και την τελευταία διαθέσιμη θέση για να διατηρήσουν γύρω τους έναν πιστό μηχανισμό. Διότι, όπως λέει και η γνωστή πολιτική έκφραση για τις «γαλάζιες ακρίδες», στο τέλος δεν θα αφήσουν ούτε τα πόμολα!
Για να συνεννοούμαστε, οι μετακλητοί δεν είναι κάποια πρόσφατη εφεύρεση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Υπήρχαν και στις προηγούμενες κυβερνήσεις, με τη νομοθεσία να επιτρέπει την επιλογή συνεργατών πολιτικής εμπιστοσύνης. Το ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται στην έκταση του μηχανισμού και στη χρονική συγκυρία. Στον Ιανουάριο του 2026, σύμφωνα με τα στοιχεία του Μητρώου Ανθρώπινου Δυναμικού που δημοσιοποίησε ο Άκης Σκέρτσος, υπηρετούσαν 3.389 μετακλητοί σε κυβέρνηση, κοινοβουλευτικά γραφεία και αυτοδιοίκηση. Από αυτούς, 1.054 συνδέονταν με τα γραφεία μελών της κυβέρνησης, 1.767 με την αυτοδιοίκηση και 568 με τους βουλευτές. Ο Σκέρτσος επικαλέστηκε τη συγκεκριμένη κατανομή για να απαντήσει στις κατηγορίες περί υπερβολικής διόγκωσης των κυβερνητικών γραφείων. Εγώ, πάλι, θα σταθώ σε κάτι διαφορετικό. Όταν χιλιάδες θέσεις εξαρτώνται από την πολιτική επιλογή και την εμπιστοσύνη αιρετών και κυβερνητικών στελεχών, το ερώτημα για τα όρια ανάμεσα στην άσκηση διοίκησης και την πολιτική εξυπηρέτηση είναι απολύτως ουσιαστικό.
Και τώρα ερχόμαστε στην προεκλογική διάσταση. Ένας υπουργός που προετοιμάζεται για μια δύσκολη αναμέτρηση στην περιφέρειά του έχει ανάγκη από ανθρώπους που γνωρίζουν πρόσωπα, μπορούν να χειρίζονται αιτήματα, διατηρούν επαφές και αντιλαμβάνονται τις τοπικές ισορροπίες. Ένας υφυπουργός που φιλοδοξεί να ενισχύσει την εκλογική του επιρροή γνωρίζει επίσης πόσο χρήσιμο είναι ένα οργανωμένο προσωπικό επιτελείο. Το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν οι συνεργάτες αυτοί υπηρετούν αποκλειστικά τις ανάγκες του κυβερνητικού έργου ή εάν η δραστηριότητά τους επεκτείνεται στην πολιτική προετοιμασία του προσώπου που τους επέλεξε. Και επειδή τέτοιες διαχωριστικές γραμμές μπορούν εύκολα να γίνουν θολές, θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον να γνωρίζουμε ποιοι προσλαμβάνονται αυτό το φθινόπωρο, σε ποια γραφεία τοποθετούνται, με ποιες αρμοδιότητες και ποια συνολική επιβάρυνση για τον κρατικό προϋπολογισμό.
Υπάρχει, βεβαίως, και μια άλλη πλευρά που γνωρίζουν πολύ καλά όσοι έχουν παρακολουθήσει τις εσωκομματικές ισορροπίες της Νέας Δημοκρατίας. Οι θέσεις πολιτικής εμπιστοσύνης μπορούν να λειτουργήσουν και ως εργαλείο διαχείρισης προσωπικών σχέσεων και εσωκομματικών ισορροπιών. Ένα στέλεχος που δεν εξελέγη, ένας παλιός συνεργάτης, ένας άνθρωπος με επιρροή στην τοπική οργάνωση ή ένας πολιτικός φίλος μπορεί να αποκτήσει ρόλο στον κυβερνητικό μηχανισμό, εφόσον διαθέτει τα προβλεπόμενα προσόντα και επιλεγεί για συγκεκριμένη θέση. Το ζήτημα δεν είναι η πολιτική του ταυτότητα. Είναι εάν η επιλογή εξυπηρετεί πραγματικές υπηρεσιακές ανάγκες και εάν το παραγόμενο έργο δικαιολογεί το κόστος. Διότι οι κρατικές θέσεις δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται ως έπαθλα πολιτικής αφοσίωσης.
Έχω, πάντως, την εντύπωση ότι όσο πλησιάζουμε στις εκλογές τόσο μεγαλύτερη σημασία θα αποκτούν αυτοί οι μηχανισμοί. Και δεν αναφέρομαι μόνο στους υπουργούς που διεκδικούν την επανεκλογή τους. Αναφέρομαι και στους συνεργάτες που θα χρειαστεί να αποφασίσουν τι θα κάνουν όταν τελειώσει η κυβερνητική θητεία, καθώς η παρουσία τους στις συγκεκριμένες θέσεις συνδέεται με την πολιτική εμπιστοσύνη του προσώπου που τους επέλεξε. Αυτό δημιουργεί μια σχέση εξάρτησης η οποία αξίζει να εξεταστεί ιδιαίτερα όσο πλησιάζει η κάλπη.
Επειδή, μάλιστα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει επενδύσει πολιτικά στην εικόνα του εκσυγχρονισμού και του επιτελικού κράτους, θα περίμενα από το Μέγαρο Μαξίμου να δημοσιοποιήσει έναν αναλυτικό απολογισμό για τις τοποθετήσεις του τελευταίου διαστήματος. Ανά υπουργείο, ανά πολιτικό γραφείο, με αριθμό νέων διορισμών, αποχωρήσεων και συνολική μισθολογική δαπάνη. Όχι γενικούς αριθμούς που συγχέουν τους υπουργικούς συνεργάτες με εκείνους της αυτοδιοίκησης και της Βουλής. Συγκεκριμένα στοιχεία, ώστε να μπορεί ο φορολογούμενος να διαπιστώσει πού καταλήγει το δημόσιο χρήμα.
Διότι, αναγνώστριες και αναγνώστες μου, η Νέα Δημοκρατία θα κριθεί στις εκλογές για την οικονομία, την ακρίβεια, τη δημόσια υγεία, την καθημερινότητα και την αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησής της. Δεν θα έπρεπε να χρειάζεται ένα πυκνό δίκτυο πολιτικά εξαρτημένων θέσεων για να διατηρεί επαφή με την κοινωνία. Ούτε θα ήταν αποδεκτό να χρησιμοποιείται η κρατική μισθοδοσία για ανάγκες κομματικής κινητοποίησης.
Κρατήστε, λοιπόν, τα υπουργικά γραφεία και τις φθινοπωρινές μεταβολές στο προσωπικό τους. Εκεί μπορεί να φανεί πόσο καθαρά διαχωρίζει η κυβέρνηση τη λειτουργία του κράτους από την προετοιμασία της για τις επόμενες εκλογές.
Και κάτι τελευταίο. Εκείνοι που σήμερα διαχειρίζονται τις θέσεις, τις υπογραφές και τις κρατικές πιστώσεις καλό θα ήταν να θυμούνται ότι το Δημόσιο δεν αποτελεί ιδιοκτησία καμίας κυβέρνησης.
Γιατί οι υπουργοί έρχονται και φεύγουν. Ο λογαριασμός, όμως, μένει πάντα στον φορολογούμενο.
