ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Η σταθερότητα της παρακμής
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης στάθηκε στο πόντιουμ, προσπαθώντας με περισσή αγωνία να φιλοτεχνήσει το πορτρέτο ενός στιβαρού, ανυποχώρητου κυβερνήτη. Το αποτέλεσμα, όμως, υπήρξε εκκωφαντικά ειρωνικό: περιγράφοντας τον ιδανικό ηγέτη, δεν περιέγραφε επ’ ουδενί τον εαυτό του. Περιέγραφε αυτό ακριβώς που θα ήθελε απεγνωσμένα να είναι, αλλά δεν του το επιτρέπει η πολιτική του μικρότητα. Άθελά του, ο σημερινός ένοικος του Μεγάρου Μαξίμου, επιχειρώντας να δώσει περιεχόμενο και οντότητα σε ένα ποιητικά πουκάμισο αδειανό, περιέγραφε μεγαλοφώνως το πολιτικό εκτόπισμα και τη στόφα του Αντώνη Σαμαρά.
Γιατί, πώς αλλιώς να ερμηνεύσει κανείς την επίμονη προσπάθεια του πρωθυπουργού να περιβληθεί τον μανδύα της ευθύνης και της δήθεν «σταθερότητας»; Ο ίδιος επαίρεται μονότονα ότι αποτελεί τον απόλυτο εγγυητή της ομαλότητας, την ώρα που η χώρα βιώνει έναν ανελέητο, πολυεπίπεδο κατήφορο σε όλα τα μέτωπα. Ποια ακριβώς είναι η περίφημη «σταθερότητα» για την οποία κομπάζει; Είναι άραγε η θεσμική σταθερότητα του σκανδάλου των υποκλοπών, όπου μέσω του παρακρατικού Predator παρακολουθείτο το μισό υπουργικό συμβούλιο, η ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων, δημοσιογράφοι και πολιτικοί αντίπαλοι, υπονομεύοντας εκ θεμελίων το κράτος δικαίου και κατακρεουργώντας κάθε έννοια δημοκρατικής λογοδοσίας;

Η αμείλικτη ακρίβεια
Ή μήπως ευαγγελίζεται την κοινωνική σταθερότητα; Η αμείλικτη ακρίβεια και τα καρτέλ που καταληστεύουν καθημερινά το εισόδημα των πολιτών, η ανείπωτη εθνική τραγωδία των Τεμπών που διέρρηξε βίαια και οριστικά την εμπιστοσύνη του πολίτη προς την Πολιτεία, οι καταστροφικές πυρκαγιές που έφτασαν να καταπίνουν ανεμπόδιστες τον αστικό ιστό της πρωτεύουσας και να ανατινάζουν αποθήκες πυρομαχικών σε στρατόπεδα της Νέας Αγχιάλου, καθώς και οι βιβλικές πλημμύρες της Θεσσαλίας, δεν αποτελούν ατυχή συμβάντα. Είναι τα συντρίμμια μιας διακυβέρνησης που έχει αναγάγει την παραγωγή κρίσεων σε καθημερινή ρουτίνα. Είναι το αναπόφευκτο σύμπτωμα μιας «οικονομικίστικης, διαχειριστικής αντίληψης, με πρόσχημα πάντα τους κανόνες της αγοράς», καθοδηγούμενης από «ματαιόδοξους και εγωπαθείς ηγέτες που ενδιαφέρονται αποκλειστικά για τη διατήρηση της δικής τους καρέκλας και εξουσίας, αδιαφορώντας για το μέλλον». Όπως ακριβώς διέγνωσε με χειρουργική ακρίβεια ο Αντώνης Σαμαράς, η Ελλάδα βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με αδιαμφισβήτητα και οδυνηρά «σημάδια παρακμής».
Αυτή η αγωνιώδης προσπάθεια κατασκευής ενός ψευδεπίγραφου ηγετικού προφίλ έφτασε στο απόγειο του πολιτικού σουρεαλισμού όταν, με ύφος στομφώδες, ο πρωθυπουργός αναφώνησε ότι «στα ταραγμένα νερά χρειάζεται καλός καπετάνιος». Εδώ, η πολιτική υποκρισία ξεπέρασε κάθε προηγούμενο. Ο άνθρωπος που έχει αναγάγει το δόγμα των «ήρεμων νερών» σε υπέρτατο ευαγγέλιο της εξωτερικής του πολιτικής, εκείνος που βάφτισε τη διαρκή υποχωρητικότητα και την εκκωφαντική σιωπή απέναντι στις τουρκικές αξιώσεις ως «διπλωματική νηνεμία», ξαφνικά ανακάλυψε φουρτούνες; Αν τα νερά είναι πράγματι τόσο ταραγμένα, τότε ολόκληρο το οικοδόμημα της κυβερνητικής του πολιτικής έχει καταρρεύσει με πάταγο. Με βάση, μάλιστα, τη σιδηρά κομματική πειθαρχία που ο ίδιος επιβάλλει τυφλά, διαψεύδοντας τόσο θεαματικά την ίδια του την εθνική γραμμή ενώπιον του πανελληνίου, μήπως θα έπρεπε να αυτοπαραπεμφθεί άμεσα στα πειθαρχικά όργανα και να… αυτοδιαγραφεί;
Το δικό του σκαρί
Η ουσία, ωστόσο, είναι αποκαλυπτική. Ο Μητσοτάκης επικαλείται την ανάγκη για έναν «καλό καπετάνιο» γιατί, κατά βάθος, γνωρίζει πολύ καλά ότι το δικό του σκαρί είναι παντελώς ανίκανο να αντέξει το παραμικρό κύμα. Πασχίζει να πείσει το ακροατήριό του ότι διαθέτει τη στόφα του στιβαρού τιμονιέρη, όμως το ανάστημα που περιγράφει δεν έχει καμία σχέση με τον ίδιο. Περιγράφει, με απόλυτη ακρίβεια, τον Αντώνη Σαμαρά. Περιγράφει το πολιτικό βάρος, την ιδεολογική καθαρότητα και την τόλμη εκείνης της ηγεσίας που δεν δραπετεύει στις κρίσεις, αλλά στέκεται όρθια απέναντι στις ιστορικές προκλήσεις.
Γιατί ο αληθινός ηγέτης δεν εξαντλείται στη μικροπολιτική διεκπεραίωση. Ο πραγματικός καπετάνιος ανήκει στην άλλη σχολή: σε εκείνη που, όπως τόνισε ο Αντώνης Σαμαράς, «επιχειρεί να αλλάξει τον ρου της ιστορίας με αποφασιστικότητα και τροφοδοτώντας την κοινωνία με όραμα και όχι με άβουλη παθητικότητα». Είναι η ηγεσία που κατανοεί βαθιά πως η πολιτική «δεν είναι επάγγελμα», αλλά «καθήκον» και «θέμα συνείδησης» — μιας συνείδησης που «σίγουρα δεν υποτάσσεται σε καμιά πολιτική σκοπιμότητα». Αυτό ακριβώς είναι το μέγεθος που ο Μητσοτάκης λαχταρά να γίνει, αλλά η πολιτική του μικρότητα τον κρατά εγκλωβισμένο στον ρόλο του διαχειριστή.
Και αυτή η έλλειψη εθνικού αναστήματος δεν εκθέτει απλώς την κυβερνητική ρητορική στο εσωτερικό, αλλά μετατρέπεται σε άμεσο εθνικό κίνδυνο μόλις το βλέμμα στραφεί στα γεωπολιτικά. Ο Μητσοτάκης βομβαρδίζει διαρκώς την κοινή γνώμη με την ψευδαίσθηση ότι η χώρα είναι απόλυτα θωρακισμένη χάρη στις διεθνείς του συμμαχίες. Όταν, όμως, τα τουρκικά πολεμικά παραβίασαν απροκάλυπτα την ελληνική ΑΟΖ ανοιχτά της Κάσου, η κυβέρνηση του «καπετάνιου» λούφαξε. Επέλεξε μια ντροπιαστική, ταπεινωτική σιγή ιχθύος.

Ο απόλυτος νανισμός
Και οι περιλάλητοι σύμμαχοι; Ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας, Μάρκο Ρούμπιο, όταν ερωτήθηκε για την πόντιση του καλωδίου, δεν είπε απολύτως τίποτα. Δεν βρήκε να αρθρώσει ούτε μισή λέξη για την τουρκική προκλητικότητα! Και γιατί, αλήθεια, να πει; Στη διεθνή σκακιέρα, ο καθένας κοιτάζει αποκλειστικά τα δικά του συμφέροντα. Αυτά ακριβώς παθαίνεις όταν εσύ ο ίδιος, ο Έλληνας πρωθυπουργός, έχεις φροντίσει να υπογράφεις «διακηρύξεις φιλίας» με την Τουρκία, αποκοιμίζοντας τα εθνικά ανακλαστικά. Πώς να σε πάρει στα σοβαρά ο οποιοσδήποτε ξένος αξιωματούχος, όταν εσύ ο ίδιος ταξιδεύεις στην Άγκυρα και δηλώνεις με ανατριχιαστική ελαφρότητα ότι πρέπει να τιμήσουμε την παρακαταθήκη του Κεμάλ Ατατούρκ;
Το ίδιο και χειρότερο έργο εκτυλίσσεται με τη Γαλλία: εκχωρούμε την εθνική μας ασφάλεια σε εργολαβίες τρίτων, και την ίδια ακριβώς ώρα, το Παρίσι —όπως και η Μαδρίτη— συνάπτει ανενόχλητα νέες, στρατηγικές και εμπορικές συμφωνίες με την Τουρκία. Ενώ στο εσωτερικό μάς διαβεβαιώνουν ότι η Άγκυρα είναι δήθεν απομονωμένη, εκείνη εισέρχεται ανενόχλητη από το παράθυρο στις ευρωπαϊκές δομές ασφαλείας. Αυτός ακριβώς είναι ο «επικίνδυνος εθνικός εφησυχασμός» που καταγγέλλει με διορατικότητα ο Αντώνης Σαμαράς.
Αν όμως στα γεωπολιτικά βιώνουμε τον απόλυτο νανισμό, στα εθνικά και πολιτιστικά μας δίκαια συντελείται ένα πρωτοφανές, ιστορικό ξεπούλημα. Το τρίγωνο Ελλάδας-Σκοπίων-Βουλγαρίας αποτελεί το κορυφαίο μνημείο αυτής της ενδοτικότητας. Αφού ο Μητσοτάκης υιοθέτησε πλήρως και περιέθαλψε την εθνικά επιζήμια Συμφωνία των Πρεσπών, έφτασε στο σημείο να παρακολουθεί άφωνος την φίλη του και Πρόεδρο της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, να επισκέπτεται τα Σκόπια και να εξυμνεί τον «μακεδονικό πολιτισμό» και τη «μακεδονική γλώσσα». Η Αθήνα κατάπιε τη γλώσσα της, υποτάσσοντας την εθνική αξιοπρέπεια στα ευρωπαϊκά σαλόνια.
Το αποκορύφωμα, ωστόσο, αυτού του διπλωματικού κατήφορου διαδραματίστηκε πρόσφατα στη Θεσσαλονίκη. Για να γίνει απολύτως σαφές το μέγεθος του διαπραχθέντος εγκλήματος: Τα Σκόπια καπηλεύονται ανερυθρίαστα την ιστορία, βαφτίζοντας τον Τσάρο Σαμουήλ «Μακεδόνα». Η Βουλγαρία, αντιδρώντας σθεναρά σε αυτή την πλαστογράφηση, ασκεί βέτο στην ευρωπαϊκή τους ένταξη, αξιώνοντας την αναγνώριση των βουλγαρικών ριζών του Σαμουήλ. Σε αυτό το ιδιότυπο βαλκανικό μπρα ντε φερ, η Ελλάδα κατείχε το απόλυτο διαπραγματευτικό υπερόπλο: τα ίδια τα οστά του Τσάρου Σαμουήλ, ανακαλυφθέντα σε ελληνικό έδαφος.
Τι έκανε ο πρωθυπουργός της “ισχυρής Ελλάδας”; Παρέδωσε τα λείψανα στη Σόφια, εμφανίζοντας την κίνηση ως «αμοιβαία ανταλλαγή» για την επιστροφή 48 κειμηλίων, εκ συνόλου χιλιάδων, που είχαν λεηλατήσει οι Βούλγαροι. Η αλήθεια είναι ότι ο Μητσοτάκης νομιμοποίησε την κλοπή! Διότι, βάσει του Άρθρου 126 της Συνθήκης του Νεϊγύ του 1919, η ηττημένη Βουλγαρία είχε ήδη τη ρητή, αυτονόητη και νομικά απαρέγκλιτη υποχρέωση να επιστρέψει άνευ όρων ΟΛΑ τα κλαπέντα εκκλησιαστικά και ιστορικά κειμήλια.

Υποβιβάζοντας μια διεθνή συνθήκη σε φτηνό αλισβερίσι, ο Μητσοτάκης απεμπόλησε το υπέρτατο ιστορικό μας όπλο για να λάβει πίσω ελάχιστα από τα ήδη δικά μας, εγκαταλείποντας χιλιάδες άλλα κειμήλια —όπως τα 800 της ιστορικής Μονής Εικοσιφοινίσσης στη Δράμα— στα χέρια των σφετεριστών τους. Παρέδωσε την ιστορία για να κάνει μικροπολιτικά παιχνίδια με τη Σόφια. Απέναντι σε αυτόν τον εθνικό εκπεσμό, η παρέμβαση του πραγματικού ηγέτη υπήρξε καταλυτική: ο Αντώνης Σαμαράς κατεδάφισε το κυβερνητικό αφήγημα, χαρακτηρίζοντας την παράδοση των οστών ως ένα «διπλό χτύπημα, χειρότερο και από το φιάσκο των Πρεσπών». Εκεί που ο Μητσοτάκης αναζητά πρόσκαιρα επικοινωνιακά οφέλη, ο αληθινός ηγέτης προτάσσει τη διαχρονική ευθύνη του έθνους, προειδοποιώντας ότι «δεν μπορεί να υπονομεύεται εμπράκτως η έννοια της εθνικής συνείδησης και να υποκαθίσταται από την αξία του πλουτισμού και της λεγόμενης πολιτικής ορθότητας».
Και ενώ ο Μητσοτάκης εκποιεί συστηματικά τα ιστορικά και κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας για να παραμείνει αρεστός στους έξω, έχει το ασύλληπτο θράσος να στήνεται μπροστά στο κομματικό του ακροατήριο και να μοιράζει συμβουλές, ισχυριζόμενος πως «για να τα καταφέρει η χώρα χρειάζεται καλό σκαρί και καλό πλήρωμα… και το πλήρωμα είστε όλες και όλοι εσείς».
Εδώ, το πολιτικό θράσος συναντά την απόλυτη αποσύνδεση από την πραγματικότητα. Ποιο ακριβώς είναι το πλήρωμα και ποιο το σκαρί; Σε ποια κοινωνία απευθύνεται ο αρχιτέκτονας της παρακμής; Η κυβέρνησή του έχει κάψει ολοσχερώς τις ρίζες της με την κοινωνική βάση, βυθίζοντας τη χώρα σε αυτό που ο Αντώνης Σαμαράς αποτύπωσε με συγκλονιστική ενάργεια: «Το χαμόγελο πια δεν το βλέπεις εύκολα σε καμιά παρέα. Βλέπεις το άγχος, βλέπεις τη βιασύνη, βλέπεις τη λεκτική και τη φυσική βία, βλέπεις την αντικοινωνικότητα, βλέπεις μία απόγνωση». Αυτό είναι το πραγματικό έργο του. Μπροστά σε αυτή την «κοινωνία της κόπωσης» —όπου κυριαρχεί «το κενό βλέμμα πολλών νέων παιδιών» και τα «έρημα χωριά στην Ελλάδα μας» , καταγεγραμμένα με την «πρωτοφανή αποχή στις τελευταίες εκλογές» — το κυβερνητικό μότο περί πορείας «σεμνά και ταπεινά» δεν είναι παρά μια κυνική, ελιτίστικη μάσκα. Μια άγραφη οδηγία του Μαξίμου προς τους αυλικούς του: «Μπορείτε να περιφρονείτε απεριόριστα τους κακομοίρηδες ψηφοφόρους, αρκεί να τηρείτε τη στοιχειώδη αστική ευγένεια μπροστά στους τηλεοπτικούς φακούς».
Πρόκειται για την επιτομή μιας στείρας, «ματαιόδοξης, κοινωνικά ισοπεδωτικής, νεοφιλελεύθερης μόνον διαχείρισης». Μιας παρακμής που ουρλιάζει για αυτό που ο Αντώνης Σαμαράς έθεσε ως υπέρτατη αναγκαιότητα: «Απαιτείται μία επιστροφή της πολιτικής, των ιδεών και των οραμάτων».
Δεν υπήρξε ηγέτης
Ο Μητσοτάκης, περιχαρακωμένος στον κυνισμό των συμβούλων του, δεν είναι ούτε υπήρξε ποτέ ο ηγέτης των μεγάλων αποφάσεων. Είναι ένας θλιβερός κάτοχος εξουσίας που προσπαθεί μάταια να δανειστεί ξένο πολιτικό εκτόπισμα. Στη φιέστα της ΝΔ, επιχειρώντας να σκηνοθετήσει τον εαυτό του ως ατρόμητο κυβερνήτη των κρίσεων, το μόνο που πέτυχε ήταν να αποκαλύψει τη δική του ανεπάρκεια. Μιλώντας για πυγμή, για εθνική αξιοπρέπεια, για συνείδηση και για καπετάνιους σε ταραγμένα νερά, έφερε αναπόφευκτα στο επίκεντρο το μοναδικό πρόσωπο που ενσαρκώνει αυθεντικά αυτές τις αρετές: τον Αντώνη Σαμαρά. Τον αδιαμφισβήτητο ηγέτη και πρωταγωνιστή, που δεν έχει ανάγκη από επικοινωνιακά τεχνάσματα για να αποδείξει ποιος είναι. Του αρκεί να υπενθυμίσει τη θεμελιώδη αρχή που διαχωρίζει τους πραγματικούς πολιτικούς άνδρες από τα εφήμερα πολιτικά κατασκευάσματα: «Προτιμώ σταθερά το κόστος της συνείδησης απ’ το όφελος του όποιου χειροκροτήματος».
Το σύστημα Μητσοτάκη τρέφεται αποκλειστικά από εφήμερα χειροκροτήματα, υποκλίσεις στα ξένα κέντρα εξουσίας και καταστροφικές εθνικές αυταπάτες. Όμως το θέατρο σκιών έχει πλέον ολοκληρωθεί. Η νεοφιλελεύθερη μετριότητα εξάντλησε τα όριά της, καταρρέοντας υπό το βάρος της ίδιας της της ανικανότητάς της. Απέναντι σε αυτή τη θλιβερή απομίμηση εξουσίας, ορθώνεται η μόνη αληθινή παρακαταθήκη εθνικού φρονήματος και πολιτικής ευθύνης, μια φωνή που διαλύει οριστικά τις ψευδαισθήσεις των αδειανών πουκαμίσων:
«Να μην πιστέψετε ποτέ πως ο κόσμος θα αλλάξει από εκείνους που απλά φωνάζουν πιο δυνατά και να μην διαπραγματευτείτε ποτέ την αξιοπρέπειά σας.»